Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

Η ώρα ευθύνης του κ. Σαμαρά (Σαράντος Καργάκος)



Ασφαλώς, μετά από μία καταιγιστική κατολισθητική διετία πολλοί θα θέλαμε να είχε φυσήξει ένας άνεμος ισχυρός που θα σάρωνε κυριολεκτικά και μεταφορικά όλο το πολιτικό μας σκηνικό. Ή, για να το πω Σεφερικά, να φύσαγε πάνω από από τα ηθικά ερείπια της πολιτικής μας ζωής μια νέα πνοή που

να τα σαρώσει, να μας σαρώσει
και θεατρίνους και θεατρώνη
υποβολέα και μουσικούς
στους πέντε ανέμους τους βιαστικούς.


Δυστυχώς, από την μεταπολίτευση κι εντεύθεν είμαστε υποχρεωμένοι να κινούμεθα "εντός, εκτός και επί τα αυτά". Τα κόμματά μας -και το 'χω γράψει πλειστάκις- έχουν σταλινική δομή και δεν επιτρέπουν εντός αυτών να εμφανισθεί καμμιά αναγεννητική φωνή και μορφή, να φυσήξει μια νέα αναζωογονητική πνοή. Κι ό,τι παρουσιάζεται ως νέο είναι κλωνοποίηση του παλαιού.

Μετά τις εκλογές, που υπήρξαν συντριπτικές για το κόμμα της Ν.Δ., αναδείχθηκε στο κόμμα αυτό μια νέα ηγεσία εν πολλοίς άφθαρτη και άσπιλη από κάθε παλιά αμαρτία. Ο κ.Αντώνης Σαμαράς έδωσε πόδια στο ανάπηρο αυτό κόμμα να περπατήσει, του έδωσε λόγο για να μιλήσει. Δεν πρόκειται εδώ να του πλέξουμε κανένα εγκώμιο. Συχνά στο παρελθόν υπήρξαμε αυστηροί έναντι αυτού. Αλλά στηρίξαμε πάντα τις εθνικές του τοποθετήσεις. Η αδιαφορία για τα εθνικά θέματα και η προώθηση σε πρώτη γραμμή της μεγαλοστομαχικής πολιτικής έφερε όλη την καταβαράθρωση που δεν είναι μόνον οικονομική. Ο τύπος Έλληνα που αδιαφορούσε για το Μακεδονικό, το Βορειοηπειρωτικό, το Θρακικό και γενικώτερα για την τουρκική προκλητικότητα, έβλεπε μόνον το στομάχι του που το έκανε τρούλλο ενός ανίερου προσκυνήματος.

Κατά την ταπεινή μου εκτίμηση, ο κ.Σαμαράς έδειξε δείγμα συνετής και υπεύθυνης αντιπολιτεύσεως. Ουδέποτε κυβέρνηση -παρ' ότι κολυμπούσε σε μια θάλασσα λαθών- είχε τόση στήριξη, τόση ανοχή στον πρώτο της βηματισμό. Ασφαλώς από ένα σημείο και πέρα, αφ' ότου οι θαυματουργικές συνταγές των κ.κ. Παπανδρέου και Παπακωνσταντίνου αποδείχθηκαν "καλπουζανιές", δηλαδή δόλιες πράξεις και κατεργαριές, ο κ.Σαμαράς αρνήθηκε να συναινέσει και από πολλούς επικρίθηκε -συχνά καλοπροαιρέτως- αυστηρά.

Έναντι της πολιτικής του κ.Σαμαρά μέχρι τώρα κρατήσαμε μια reservatio mentalis, μια διανοητική επιφυλακτικότητα. Αυτό που πρότεινε ο κ.Καρατζαφέρης φαινόταν γοητευτικό αλλά, όπως έχει δείξει το παρελθόν, αναποτελεσματικό ή ολέθριο. Ας θυμηθούμε τον Δεκέμβριο του 1944. Και τότε είχαμε, πριν ξεσπάσουν οι ταραχές, οικουμενική κυβέρνηση. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι ο κ.Σαμαράς συναινούσε. Πάνω σε ποιά γραμμή? Η ακολουθητέα, που είχε εμφανισθεί ως οδός σωτηρίας, υπήρξε οδός απωλείας. Κυρίως ελληνικών κεφαλαίων. Συνεπώς, μία συνένταξη του κ.Σαμαρά σε παραλλαγή της ίδιας πολιτικής, που θα επέτρεπε την οικονομική καταστροφή, θα άφηνε τον αντιπολιτευτικό χώρο αποκλειστικό "φέουδο" των δύο αριστερών κομμάτων.

Εκτιμώ την αγωνιστικότητα του ΚΚΕ, αλλά πέρα από ένα λόγο υπερασπιστικό των εργαζομένων (όχι πάντα απολύτως εργαζομένων) δεν έχει λόγο προτασιακό. Αν δεν υπάρχει ο εργοστασιάρχης, πώς θα υπάρξουν εργοστάσια και εργοστασιακοί εργάτες; Ούτε το κράτος είναι παραγωγικός μηχανισμός ώστε να γίνουμε όλοι κρατικοί υπάλληλοι. Ο σύντροφος Ραούλ Κάστρο απέλυσε "μονοκοπανιάς" 1,5 εκατ. κρατικούς υπαλλήλους. Σε 5 χρόνια η Κούβα θα πετά όπως πέταξε η Κίνα. Δεν λείπουν τα πολιτικά προσόντα από τον κ.Τσίπρα. Αλλά με ηχηρούς λόγους και με "αττάκες" μπορεί να κερδίζει τηλεοπτικά, δεν μπορεί όμως να εισφέρει καμμιά πρακτική πρόταση για το πως θα έλθουν στην Ελλάδα λεφτά. Και όπως λένε οι γείτονες Ιταλοί, κλέβοντας το ελληνικό "'Ελλειψις χρημάτων στάσις εμπορείων" , senza dennato ne far niente (= χωρίς χρήματα δεν γίνεται τίποτε).

Ο κ.Σαμαράς, μένοντας εκτός "μνημονιακής" πολιτικής, χρεώνεται την ευθύνη να χαράξει μία νέα δυναμική πολιτική, για να μπορέσει να αναδιαπραγματευθεί με τους Ευρωπαίους εταίρους με κάποια πυγμή. Αυτό προϋποθέτει ανακαίνιση πλήρη στο σκάφος και στο πλήρωμα. Reformatio in capite et in membris. Μεταρρύθμιση και στην κεφαλή και στα μέλη. Αυτό θα του δώσει την δυνατότητα, εν όψει εκλογών, να ζητήσει γενναίο ποσοστό ψήφων, διότι στις μάχες του μέλλοντος δεν χρειάζεται η συναρωγή των κομμάτων, χρειάζεται η συναρωγή των πολιτών. Χρειάζεται ποσοστό ψήφων ανάλογο με αυτό που πήρε το 1974 ο Κων. Καραμανλής. Αλλά για να του δώσει τέτοιο ποσοστό ο ελληνικός λαός πρέπει να πειστεί ότι με την ψήφο του δεν θα ξαναπληγωθεί.

Δημοσιεύτηκε στην εφ. ΕΣΤΙΑ, 09/09/11

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

Η ανάγκη ανασυγκρότησης του Δημοσίου (Αλέξανδρος Αρβανιτάκης, διεθνολόγος)



Η αναποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης αποτελεί μια βασική, ενδεχομένως τη βασικότερη, αιτία που η ελληνική οικονομία δεν μπορεί να αξιοποιήσει τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα και να αναλάβει μια αναπτυξιακή τροχιά. Αναποτελεσματικότητα που πηγάζει από τις χρόνιες παρεμβάσεις του κομματικού συστήματος στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης
Αυτό ακριβώς το δομικό μειονέκτημα καλείται σήμερα η πολιτική τάξη, υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης που βιώνει η χώρα, να μετατρέψει σε πλεονέκτημα για να καταστεί δυνατή η επανεκκίνηση της εθνικής οικονομίας.
Οι κύριες παρεμβάσεις που πρέπει να γίνουν στην κατεύθυνση της ριζικής ανασυγκρότησης του κράτους αφορούν την αλλαγή της αρχιτεκτονικής της δημόσιας διοίκησης και τη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού του στενού και ευρύτερου δημόσιου τομέα. Δυστυχώς, συχνά η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται αποκλειστικά στο μέγεθος του κράτους, όσον αφορά τον αριθμό των απασχολούμενων. Είναι ξεκάθαρο όμως ότι αν δεν αποφασιστούν αλλαγές στην αρχιτεκτονική της κρατικής μηχανής δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί ποιος είναι ο απαιτούμενος αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων, τα απαραίτητα προσόντα, η κατανομή τους κ.α.
Η σημερινή χαοτική διάρθρωση της δημόσιας διοίκησης παρουσιάζει την ακόλουθη εικόνα: κατακερματισμένες και αλληλοεπικαλυπτόμενες  αρμοδιότητες, διοικητική ευθύνη που χάνεται ανάμεσα στα επάλληλα επίπεδα υπογραφών, φορείς που συνεχίζουν να υφίστανται παρότι ο σκοπός ίδρυσή τους έχει εκλείψει προ πολλού, οργανογράμματα δημόσιων φορέων με προβλέψεις προσωπικού προ 20ετίας, πολυνομία με την ύπαρξη χιλιάδων (συχνά αντιφατικών) νομοθετικών διατάξεων κ.α
Μια νέα αρχιτεκτονική πρέπει να θέσει σε νέες βάσεις την παροχή υπηρεσιών από το Δημόσιο, έχοντας στο επίκεντρο την εξυπηρέτηση του πολίτη. Η υιοθέτηση πρακτικών «διοίκησης ολικής ποιότητας» που θα εστιάζει σε διαδικασίες, και όπου θα ορίζονται μετρήσιμοι και συγκρίσιμοι στόχοι ανά υπηρεσία και υπάλληλο, είναι ένα από τα στοιχεία του σύγχρονου management που οφείλει να αποκτήσει η δημόσια διοίκηση.
Μια καίρια μεταρρύθμιση στην κατεύθυνση της παροχής ουσιαστικά αναβαθμισμένων υπηρεσιών προς τον πολίτη, ώστε να πάψει η ταλαιπωρία του στα γρανάζια της γραφειοκρατίας, είναι η πλήρης διαχείριση της επαφής της δημόσιας διοίκησης με τον πολίτη από «υπηρεσίες μιας στάσης» (one stop shop). Υπηρεσίες, όπως είναι τα σημερινά ΚΕΠ, με ακόμα πιο διευρυμένο πεδίο αρμοδιοτήτων, όπου ο πολίτης θα προσφεύγει για την εξυπηρέτηση του, θα υποβάλει το αίτημα του, το οποίο θα διαβιβάζεται υπηρεσιακώς, χωρίς περαιτέρω εμπλοκή του αιτούντος. 
Σημαντική επενέργεια αυτής της μεταρρύθμισης στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης είναι ότι με αυτόν τον τρόπο διευκολύνεται η ριζική ανασυγκρότηση φορέων και οργανισμών της δημόσιας διοίκησης, χωρίς να «εισπράττει»  ο πολίτης τις παρενέργειες της μεταβατικής περιόδου.  
Η διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού αποτελεί τη δεύτερη βασική προτεραιότητα στην προσπάθεια ανασυγκρότησης της δημόσιας διοίκησης. Οι δημόσιοι υπάλληλοι, όλων των εργασιακών καθεστώτων (μόνιμοι, αορίστου χρόνου, ιδιωτικού δικαίου) παρουσιάζονται συχνά ως ο αποδιοπομπαίος τράγος της κακοδαιμονίας της δημόσιας διοίκησης. Μάλιστα συχνά η κατάργηση της μονιμότητας παρουσιάζεται ως πανάκεια για την αντιμετώπιση της σημερινής αναποτελεσματικότητας του δημοσίου.
Απαραίτητος είναι ο εξορθολογισμός του μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων, που σήμερα αποτελείται σε μεγάλο ποσοστό από επιδόματα, και η διασύνδεσή του με τους στόχους παραγωγικότητας που τίθενται ανά υπάλληλο και υπηρεσία. Παράλληλα, στο πλαίσιο της ριζικής επανεξέτασης των οργανισμών (οργανογραμμάτων) κάθε δημοσίου φορέα, πρέπει να υπάρξει αξιολόγηση όλων των οργανικών θέσεων, με προτεραιότητα αυτών που κατέχουν υπάλληλοι που βρίσκονται προ της συνταξιοδότησης. Η κατάργηση οργανικών θέσεων που αξιολογούνται ως μη απαραίτητες και ο σωστός προγραμματισμός αναπλήρωσης συνταξιοδοτούμενων υπαλλήλων, με υποχρεωτικές μετατάξεις ή προσλήψεις, αποτελούν τρόπους ορθολογικότερης διαχείρισης του ανθρώπινου δυναμικού, ιδίως στο ασφυκτικό οικονομικό πλαίσιο που βρίσκεται η πατρίδα μας.
Αυτές οι ενδεικτικές παρεμβάσεις αποτελούν τμήμα μόνο μιας συνολικής προσπάθειας για την ανασυγκρότηση του κράτους, που θα καταστήσει τη δημόσια διοίκηση υπηρέτη του πολίτη και αρωγό της αναπτυξιακής επανεκκίνησης της χώρας.  
Πηγή: The Economist, Η Καθημερινή, 26/5/2011

Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

Έλλειψη εθνικής αξιοπρέπειας (Διονύσης Καραχάλιος, Γραμματέας Σχέσεων Κοινωνίας-Κόμματος)



Ο Γ. Παπανδρέου, μετά την πανθομολογούμενη, ακόμη και από κυβερνητικά στελέχη, αποτυχία υλοποίησης των στόχων του Μνημονίου, είναι πανέτοιμος να αποδεχθεί, για μια ακόμη φορά, ο,τιδήποτε η τρόϊκα θεωρεί αναγκαίο να του επιβάλει, για την υποτιθέμενη σωτηρία της χώρας μας.
Προς αυτή την κατεύθυνση θα ήταν αρκετή η μέχρι σήμερα πρόθυμη ευκαμψία του πρωθυπουργού μας, αν δεν υπήρχε η σθεναρή αντίσταση του Αντώνη Σαμαρά.
Αντίσταση που προκαλεί εύλογη αμηχανία στην τρόϊκα, κυρίως διότι έχει πλέον διαπιστώσει και η ίδια, 1ον) ότι οι λύσεις που επέβαλε σε βάρος της ελληνικής οικονομίας κάθε άλλο παρά αποτελεσματικές έχουν αποδειχθεί μέχρι σήμερα και, 2ον) ότι το «άλογο» στο οποίο στοιχημάτιζε για την εφαρμογή του σχεδίου διάσωσης της Ελλάδας, δηλαδή η κυβέρνηση Παπανδρέου, στερείται ικανοτήτων και δυνατοτήτων να υλοποιήσει τις δεσμεύσεις που, χωρίς διαπραγμάτευση, υποχρεώθηκε να αναλάβει.
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, οι παραινέσεις Ρεν και Γιούνκερ περί ανάγκης συναίνεσης της αντιπολίτευσης, μπορεί να δημιουργούν ένα αίσθημα ανακούφισης στην κυβέρνηση, αφού αποβλέπουν στην μετάθεση ευθυνών που της ανήκουν αποκλειστικά, αλλά, ταυτόχρονα, αναδεικνύουν μια ακόμη αβελτηρία της: Την πλήρη ανικανότητά της να διατηρήσει τα ελάχιστα ψήγματα εθνικής αξιοπρέπειας που της έχουν απομείνει.
Ο Γ. Παπανδρέου όφειλε να καταστήσει σαφές, προς κάθε κατεύθυνση, ότι υποδείξεις θεσμικού χαρακτήρα, που αφορούν στον τρόπο λειτουργίας της κοινοβουλευτικής μας δημοκρατίας, δεν είναι επιτρεπτές, ούτε ανεκτές.
Όμως, μια τέτοια στάση προϋποθέτει συναίσθηση εθνικής αξιοπρέπειας, την οποία είναι δύσκολο να αναζητήσει κανείς σε εκείνους που, χωρίς να τους ζητηθεί, διαπόμπευσαν την Ελλάδα σε όλα τα διεθνή fora και, σήμερα, δεν έχουν την στοιχειώδη ευαισθησία να παραδεχθούν τις εγκληματικές ευθύνες τους.-

Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

Οι Αθηναίοι είναι μειονότητα στην πόλη τους (Φωτεινή Πιπιλή, Γραμματέας Μεταναστευτικής Πολιτικής ΝΔ)



 Η Βουλευτής Α’ Αθηνών – Γραμματέας Μεταναστευτικής πολιτικής της ΝΔ Φ. Πιπιλή έκανε την ακόλουθη δήλωση:
Η στυγερή δολοφονία του 44χρονου ανύποπτου Αθηναίου πολίτη, πρωί πρωί στο κέντρο της Αθήνας, αποτελεί κόλαφο για την Κυβέρνηση και όλους τους Πολιτειακούς φορείς.
Απαιτείται άμεση και συνεχής κινητοποίηση για το αυτονόητο, απ’ την πλευρά των αρμόδιων Υπουργών και του Δημάρχου Αθηναίων, δηλαδή τη συστηματική αστυνόμευση.
Από σήμερα οφείλουν:
α) Να διαλύσουν τις ανεξέλεγκτες εγκληματικές συμμορίες γύρω από την Ομόνοια.
β) Να εξοντώσουν το σύστημα παράνομης πορνείας ανήλικων κοριτσιών (υπολογίζονται γύρω στις 5000) στις περιοχές 3ης Σεπτεμβρίου, Αχαρνών, Πατησίων και Πλατείας Βάθη.
γ) Nα μετεγκατασταθούν αύριο το πρωί  οι ΟΚΑΝΑ από τη πλατεία Θεάτρου, την Καποδιστρίου, την 3η Σεπτεμβρίου, την Ερεσσού και την Αβέρωφ.
δ) Να τελειώνει η ιστορία με τους εξαθλιωμένους λαθρομετανάστες  και
ε) Η δημοτική αστυνομία αντί να κόβει μόνον κλήσεις να περιφρουρεί τα δικαιώματα των Αθηναίων πολιτών.
Επιτέλους! Ας ξυπνήσει το Ελληνικό κράτος και η Κυβέρνηση για να τελειώνει το θέμα. Δικαιώματα και Αλληλεγγύη χρειάζονται και οι Μειονότητες των Αθηναίων που τόσα χρόνια η κραυγή αγωνίας τους δεν ακούγεται. Σε αντίθεση με τους απεργούς λαθρομετανάστες του Μεγάρου Υπατία, στην οδό Ηπείρου, στον ίδιο ακριβώς δρόμο που σήμερα δολοφονήθηκε ο άτυχος συμπολίτης μας.

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

Μία ευκαιρία επανεκκίνησης της οικονομίας (Αλέξανδρος Αρβανιτάκης, πολιτικός επιστήμων-διεθνολόγος)


 Η κρίση που αντιμετωπίζει η χώρα μας σε οικονομικό, κοινωνικό και πολίτικο επίπεδο αναδεικνύει κίνδυνους αλλά και ευκαιρίες. Για τους κινδύνους έχουν ήδη ειπωθεί πάρα πολλά, σε βαθμό που διαμορφώνεται ατμόσφαιρα απαισιοδοξίας και ανασφάλειας, ψυχολογία «εθνικής κατάθλιψης».
Η αλλαγή ψυχολογίας της κοινωνίας, αλλά και της αγοράς, είναι ο θεμέλιος λίθος για την έξοδο από την κρίση. Είναι, λοιπόν, κρίσιμο να αναζητηθούν οι ευκαιρίες που μπορούν να οδηγήσουν σε ανάκαμψη της αγοράς και στην επακόλουθη ανάπτυξη της Οικονομίας.
Η δημόσια ακίνητη περιουσία αποτελεί μια τεράστια, σε μέγεθος και σε σημασία, ευκαιρία για το κράτος να αντιμετωπίσει τη σημερινή οικονομική συγκυρία. Στο πλαίσιο της συνολικής πρότασης, που διατύπωσε ο Αντώνης Σαμαράς, τον Ιούλιο του 2010 (το λεγόμενο «Ζάππειο 1»), συμπεριλήφθηκε ως κεντρικός πυλώνας η επιτακτική ανάγκη αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας του κράτους.
Μια διαδικασία που περιλαμβάνει συγκεκριμένα βήματα:
Πρώτο βήμα η πραγματική αποτίμηση της περιουσίας του Δημοσίου. Αποτίμηση που θα περιλαμβάνει  διαδικασίες κατεπείγοντος, αντίστοιχες των Ολυμπιακών Αγώνων, ως προς το ξεκαθάρισμα του νομικού και ιδιοκτησιακού καθεστώτος των δημόσιων εκτάσεων, καθώς και των χρήσεων γης. Λαμβάνοντας υπόψη, μάλιστα, ότι το κράτος έχει το προνόμιο να δημιουργεί υπεραξίες μέσω διοικητικών αποφάσεων (π.χ. αύξηση συντελεστή δόμησης).
Δεύτερο βήμα αποτελεί η αξιοποίηση εργαλείων όπως οι Συμπράξεις Δημοσίου-Ιδιωτικού Τομέα (Σ.Δ.Ι.Τ.), τα αυτοχρηματοδοτούμενα έργα, οι συμβάσεις παραχώρησης για κινητοποίηση του αδρανούς ενεργητικού της οικονομίας, με μοναδικό στόχο την αξιοποίηση των εισροών για την εξυπηρέτηση (τόκους) και μείωση του δημόσιου χρέους. Μέσω αυτών θα προκύψουν φορολογικά έσοδα και ασφαλιστικές εισφορές, τόσο από τα έργα ανάπτυξης και τη διαχείριση τους όσο και τη λειτουργία τους, ενώ δύναται και η προείσπραξη – τιτλοποίηση μελλοντικών εσόδων ή κερδών.
Επίσης είναι δυνατή η δημιουργία εταιρικών σχημάτων διαχείρισης ακινήτων, με παράλληλη εισαγωγή στο Χρηματιστήριο, προκειμένου να αποφέρουν έσοδα από την πώληση μετοχών, (σε μειοψηφικό ποσοστό), καθώς και η έκδοση ομολογιών με εγγύηση των ακινήτων, που περιλαμβάνονται στην περιουσία του εταιρικού σχήματος, για προείσπραξη μελλοντικών εσόδων, ως διαδικασία προχρηματοδότησης (bridge financing).
Η διαδικασία αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου προσκρούει όμως και σε περιορισμούς, που δε σχετίζονται με νομικές ή οικονομικές διαδικασίες.
Η διάχυτη καχυποψία της κοινής γνώμης λόγω της απαξίωσης του πολιτικού προσωπικού και η εμπεδωμένη άποψη ότι κάθε δημόσιος διαγωνισμός που κινεί η πολιτεία, εμπεριέχει παράνομο πλουτισμό πολιτικών προσώπων και εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων, απαιτεί τη διασφάλιση της απόλυτης διαφάνειας.
Ταυτόχρονα, πρέπει να ληφθεί υπόψη η χρονική  διάσταση του όλου εγχειρήματος, ούτως ώστε να μην υπάρξει είτε αίσθηση ξεπουλήματος που επηρεάζει την αποδοχή, εκ μέρους της κοινωνίας, των διαδικασιών αξιοποίησης, είτε κατάρρευση της αγοράς ακινήτων λόγω της υπερπροσφοράς επενδυτικών ευκαιριών σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Είναι προφανές ότι η χρηστή και διαφανής αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου αποτελεί μια διαδικασία-πρόκληση για την ελληνική πολιτική τάξη, που δύναται να επιδράσει πολλαπλασιαστικά στην ελληνική κοινωνία και οικονομία.
- Να διαμορφώσει την απαρχή της αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου της πατρίδας μας, μέσω της κατεύθυνσης επενδύσεων στην ακίνητη περιουσία του δημοσίου, σε τομείς και κλάδους που προσφέρουν εξωστρέφεια και προστιθέμενη αξία. 
- Να οικοδομήσει μια νέα σχέση μεταξύ Κράτους και Αγοράς, μακριά από το κρατικοδίαιτο μοντέλο επιχειρηματικότητας που εξέθρεψε η Μεταπολίτευση.  
- Να αποτελέσει μια ευκαιρία, ιδίως για την Νέα Δημοκρατία, που αποδίδει κομβικό ρόλο στην αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας, ώστε να καταδείξει τη δυνατότητα του πολιτικού προσωπικού της να διαχειριστεί πετυχημένα ένα τέτοιου μεγέθους εγχείρημα, εν μέσω κρίσης, οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής.
Εν κατακλείδι, η πετυχημένη διαχείριση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας θα αποτελέσει μια εκ των βασικότερων τομών που χρειάζεται η χώρα για την «επανεκκίνησή» της από το σημερινό τέλμα στο οποίο βρίσκεται.

Του Αλέξανδρου Αρβανιτάκη-Πολιτικού Επιστήμονα-Διεθνολόγου
(Καθημερινή, 28/4/2011, Economist)

Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

Ενδείξεις αντισυνταγματικότητας του Ν. 3838/10 περί ψήφου των αλλοδαπών (Ιωάννης Κωτούλας, ιστορικός)



Στο εσωτερικό του έθνους-κράτους η ταύτιση του πολιτικού σώματος με τον λαό συνιστά θεμελιώδη αρχή του δημοκρατικού πολιτεύματος. Τόσο η μαξιμαλιστική πολυπολιτισμικότητα όσο και η άκριτη απόδοση δικαιώματος ψήφου σε αλλοδαπούς πολίτες λειτουργεί κατά τρόπο αντισυνταγματικό και αντιδημοκρατικό, καθώς υπονομεύει θεμελιώδεις παραδοχές της δημοκρατίας και του κοινωνικού κράτους, ενώ αναιρεί την ίδια την έννοια του λαού ως θεμελίου της πολιτικής κυριαρχίας.[1] Ο Δημήτρης Τσάτσος αναφέρει χαρακτηριστικά για την αντισυνταγματικότητα της απόδοσης δικαιώματος ψήφου στους αλλοδαπούς μετανάστες: «Αντίθετα, εμείς πιστεύουμε πως το Σύνταγμα και αυτό το δικαίωμα το επεφύλαξε μόνο στους Έλληνες πολίτες. […] Η αναγνώριση τέτοιων δικαιωμάτων στους αλλοδαπούς προϋποθέτει συνταγματική μεταβολή. Τελικά η συνταγματική μεταβολή που θα ήταν αναγκαία για την αναγνώριση ενός τέτοιου δικαιώματος για τους αλλοδαπούς δεν συντελέσθηκε».[2]
Το άρθρο 29, παρ.1 του Συντάγματος απονέμει το δικαίωμα ίδρυσης και συμμετοχής σε πολιτικά κόμματα μόνον σε Έλληνες πολίτες, οι οποίοι διαθέτουν το δικαίωμα του εκλέγειν. Είναι, επομένως, σαφές ότι «δεν είναι νοητό να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας η συμμετοχή στην άσκηση της κρατικής εξουσίας υπηκόων ενός αλλοδαπού κράτους, δηλαδή ατόμων που υπόκεινται σε μια άλλη εξουσία από εκείνη που συνδιαμορφώνουν με τη συμμετοχή τους σε πολιτικά κόμματα της ξένης προς αυτούς χώρας».[3]
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο άξια μνείας είναι η απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας το 1994, βάσει της οποίας το δικαίωμα του εκλέγειν σε όλα τα επίπεδα λήψης αποφάσεων αποτελεί αποκλειστικό δικαίωμα των πολιτών. Αντίστοιχες αποφάσεις έχουν ληφθεί και στην Αυστρία, την Γαλλία και την Ιταλία. Το δικαίωμα του εκλέγειν, άλλωστε, συνιστά αποκλειστικό δικαίωμα των πολιτών των κρατών στα περισσότερα, δεκατρία (13) τον αριθμό, κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης: στην Αυστρία, στην Βουλγαρία, στην Γαλλία, στην Γερμανία, στην Ελλάδα, στην Ιταλία, στην Κύπρο, στην Λετονία, στην Λιθουανία, στην Μάλτα, στην Ουγγαρία, στην Πολωνία, και την Ρουμανία.[4] Στα υπόλοιπα κράτη το δικαίωμα του εκλέγειν δεν ισχύει κατά τρόπο ταυτόσημο σε όλα τα κράτη, αλλά παρατηρούνται σημαντικές αποκλίσεις ως προς την εφαρμογή του δικαιώματος αυτού, καθώς ισχύουν διαφορετικές νομοθετικές ρυθμίσεις. Οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν το δικαίωμα συμμετοχής στις τοπικές εκλογές και στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όχι όμως στις εθνικές εκλογές.[5] Εδώ εξετάζουμε τις διατάξεις που αφορούν στη συμμετοχή αλλοδαπών, οι οποίοι δεν είναι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αναλυτικά ισχύουν τα εξής:
α. Σε ένα (1) κράτος, το Ηνωμένο Βασίλειο, ισχύει το δικαίωμα του εκλέγειν για αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν είναι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι όμως μέλη της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, με περιορισμούς ως προς το διάστημα νόμιμης παραμονής στην επικράτεια του κράτους.
β1. Σε δύο (2) κράτη, την Ισπανία και την Πορτογαλία, ισχύει το δικαίωμα του εκλέγειν με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας για αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν είναι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι πολίτες με ιδιαίτερους ιστορικούς και πολιτιστικούς δεσμούς με τα δύο ανωτέρω κράτη (Ισπανία, Πορτογαλία).[6]
β2. Σε ένα (1) κράτος, την Τσεχία, ισχύει το δικαίωμα του εκλέγειν με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας για αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν είναι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι πολίτες κράτους, με το οποίο έχει συνομολογηθεί σχετική συμφωνία.[7]
δ. Σε επτά (7) κράτη, το Βέλγιο, την Δανία, την Εσθονία, την Ολλανδία, τη Σλοβακία, τη Σουηδία και τη Φιλανδία, ισχύει το δικαίωμα του εκλέγειν για αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν είναι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με περιορισμούς ως προς το διάστημα νόμιμης παραμονής στην επικράτεια του κράτους.
ε. Σε τρία (3) κράτη, την Ιρλανδία, το Λουξεμβούργο και τη Σλοβενία, ισχύει το δικαίωμα του εκλέγειν για αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν είναι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς περιορισμούς ως προς το διάστημα νόμιμης παραμονής στην επικράτεια του κράτους.
Επομένως, μόνον σε τρία (3) κράτη από τα είκοσι επτά (27) της Ευρωπαϊκής Ένωσης ισχύει χωρίς περιορισμούς το δικαίωμα του εκλέγειν, ποσοστό ιδιαίτερα χαμηλό.


[1] Τα κράτη-έθνη θεμελιώνονται τόσο στη συμμετοχική τους διάσταση, η οποία αφορά στους πολίτες τους, όσο και στην δυνατότητα εξαίρεσης ορισμένων ατόμων, εδώ των αλλοδαπών μεταναστών, από την πολιτική κοινότητα. Βλ. Ch. Joppke, Immigration and the Nation-State, ό.π., 2. Άλλοι μελετητές επεκτείνουν την αποκλειστικότητα των πολιτών και επί των κοινωνικών δικαιωμάτων. Βλ. T.H. Marshall, Class, Citizenship and Social Development, New York: Anchor Books, 1965, 72.
[2] Βλ. Δ. Τσάτσος, Συνταγματικό δίκαιο, τ. Γ΄: Θεμελιώδη δικαιώματα Ι. Γενικό μέρος, Αθήνα-Κομοτηνή: Σάκκουλας, 1988, 164-5.
[3] Βλ. Γ.Ζ. Δρόσος, Η νομική θέση των πολιτικών κομμάτων στην Ελλάδα, Αθήνα-Κομοτηνή: Σάκκουλας,1982, 164.
[4] Βλ. Α. Τριανταφυλλίδου & Ρ. Γρώπα (επιμ.), Η μετανάστευση στην Ενωμένη Ευρώπη, μτφρ. Γ. Χριστίδης, Αθήνα: Κριτική, 2009, 527.
[5] Το δικαίωμα αυτό ισχύει βάσει της Οδηγίας 94/80 ΕΚ.
[6] Στην Ισπανία ισχύουν διμερείς συμφωνίες αμοιβαιότητας με την Αργεντινή (1988), την Ουρουγουάη (1992) και την Χιλή (1990), ενώ αντίστοιχες προκαταρκτικές συμφωνίες έχουν συνομολογηθεί με την Βενεζουέλα και την Κολομβία. Στην Πορτογαλία ισχύουν διμερείς συμφωνίες αμοιβαιότητας με την Βραζιλία, παλαιά πορτογαλική αποικία, καθώς και με την Αργεντική, την Βενεζουέλα, την Ουρουγουάη και την Χιλή.
[7] Έως τώρα (2011) δεν έχει υπογραφεί κάποια σχετική συμφωνία με κράτος, μη-μέλος της ΕΕ. 

Πηγή: Το Παρόν της Κυριακής, φ. 27/2/2011, σ. 33